Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2007

ΒΥΣΣΙΝΟ ΓΛΥΚΟ (ΙΙ)

συνέχεια από το προηγούμενο...


Η μικρή Σταθούλα στάθηκε με δέος μπροστά στο κοφίνι. Ήταν τεράστιο για τα μικρά της χέρια… Άρχισε να παίζει… στολίστηκε με τα φρούτα… στεφάνωσε και τα μαλλιά της και σκεφτόταν… Από κάπου θα έπρεπε να ζητήσει βοήθεια… Ας πήγαινε πρώτα στην κυρά- Παναγιώτα, αυτήν που την έλεγε στρίγγλα… αλλά να.. αφού είχε εκείνη την εικόνα, σαν τις ζωγραφιές στο βιβλίο με τα παραμύθια της για τα ξωτικά του δάσους… Ξέμπλεκα τα γκρίζα της μαλλιά, αχτένιστες τούφες να στοχεύουν παντού… και μόνο 2 δόντια στο στόμα της… ίσα να αφήνουν το κενό για να στηρίζεται το άφιλτρο σέρτικο καρελάκι της, όταν τα χέρια της ήταν απασχολημένα …

Έφτασε στον αυλόπορτα της τραγουδώντας το καινούργιο τραγούδι που τους έμαθε ο Παπά- Τριαντάφυλλος στο κατηχητικό του Σαββάτου… «τα χριστιανόπουλα θα πάμε με χαρά…».

-Κυρά- στρίγγλα!!! Που είσαι καλέ; Με έστειλε η γιαγιά μου, να μου δώσετε 2 κλαράκια αρμπαρόριζα… θα μαζωχτούν οι γυναίκες να κάνουμε το γλυκό…

-Σταθούλα!!! Εσύ είσαι παλιοκόριτσο…. Αμ!!! * πια άλλη θα ‘ χε τέτοιο θράσος να με φωνάζει έτσι… θα μεγαλώσεις όμως και θα καταλάβεις… Πέρασε μέσα, να!!! Εδώ … ποτίζω τα τσετσέκια και τις τζίνιες..

Ω!!! να σε καμαρώσω καλέ… εσύ στολίστηκες… φουντωτούλα βυσσινιά μασκαρεύτηκες;;; Χα χα χα!!!

-Να κυρά… Τα φρούτα είναι στο κοφίνι, έξω από τον κήπο της κυρά- Μαργαρώς … μας τα χάρισε η Κυρά- Κυριακούλα για να συγχωράμε την πεθερά της, που και που.. αλλά είναι μεγάλο και βαρύ… και δεν μπορώ να το κουβαλήσω… Τι να κάνω;;;

-Και σκας μικρή μου;;;…. Θα φωνάξουμε το Γιωργή- της Μήτσαινας… θα τα κουβαλήσει αυτός… Έλα, πάμε να κόψουμε την αρμπαρόριζα …

Γιωργή!!! Γιωργή!!! Που είσαι ωρέ… Τσακίσου γρήγορα που σε θέλω…

Ήρθε και Γιωργής.. παλικαράκι στην πρώτη εφηβεία… με το χνούδι πάνω από τα χείλη να σκουραίνει… καταϊδρωμένος από το τόπι, που έπαιζε … Πρόθυμος για κάθε θέλημα που του ζητιόταν…

Πήρε από το ένα χέρι τη Σταθούλα, που στο άλλο κράταγε σφιχτά στη χούφτα τα κλαράκια…

Επιτέλους! Τα βύσσινα είχαν φτάσει στην αυλή… Νύχτωνε πια… Οι γυναίκες καληνυχτίστηκαν… το πρωί θα μαζεύονταν όλες μαζί και πάλι για την προετοιμασία του γλυκού…

Η μικρή Σταθούλα, στο κρεβατάκι της πια, δεν έλεγε να κλείσει μάτι… Ορεγόταν το ξάφρι από την κατσαρόλα… όσο θα έδενε το γλυκό, που πάντα της πρόσφερε η συνονόματη γιαγιά της… Όταν πια αποκοιμήθηκε, ονειρεύτηκε το δικό της βυσσινόκηπο, που όταν μεγάλωνε θα φύτευε στην αυλή της…

….

Κείνο το πρωινό, ο ήλιος χάιδεψε πολύ απαλά τη γειτονιά… Ήταν που έπρεπε να μην καίει πολύ τις ώρες που οι μεσήλικες γυναίκες θα καθάριζαν τα βύσσινα. Η γιαγιά Σταθούλα, από νωρίς είχε στείλει τα γεμιστά στο φούρνο του κυρ- Κανέλλου, μην έχει να νοιαστεί για το μεσημεριανό φαί. Η κόρη της και ο γαμπρός της θα ‘πρεπε να το βρουν έτοιμο, όταν θα γύριζαν από τη δουλειά… Έβρασε το γάλα στο κατσαρόλι… αυτό που ο γέρο-Τάσης μοίραζε από την καρδάρα του τα χαράματα… και του υπενθύμισε ότι κείνη τη μέρα η κυρά-Τάσαινα, θα βοηθούσε στο γλυκό και δε θα ασχολιόταν με τα κατσίκια… Γκρίνιαξε ο Τάσης… δεν θα του μένε χρόνος να περάσει από το ταβερνείο του γερό- καμπούρη για το κρασί… αλλά το εξισορρόπησε με την προσμονή για την κρύα βυσσινάδα μετά το μεσημεριανό υπνάκο…

Η μικρή Σταθούλα αναδεύτηκε στο κρεβάτι… ήρθε ο εφιάλτης… ο καθημερινός, με τη μυρουδιά του βρασμένου γάλακτος… Αμ δεν θα τήραγε αλλού η γιαγιά να το χύσει στο νεροχύτη… Πότε θα μεγάλωνε πια!!! Να μην της λένε για το γάλα… και πόσο υγιεινό είναι!!!!

-Σταθούλα μικρή μου… ξύπνα καλό μου!!! Έλα!!! σε λίγο θα μαζωχτούμε για το γλυκό.. και δεν θα 'χω χρόνο να ασχοληθώ μαζί σου…

-Χμμμ!!! Γιαγιούλα… Σηκώνομαι!!! Τώρα!!! Προλαβαίνω να πάω εγώ στο κατώι να φέρω την παλάντζα;;;

Το κατώι έκρυβε παιχνίδια πολλά… από την ανέμη και το αδράχτι, την ξύλινη σκάφη… την πινακωτή… και τα «πέπλα».. έτσι έλεγε τα ξεμεινεμένα κομμάτια από πανί- βαμβάκι από την Αίγυπτο- που έστελνε ο μακρινός θείος… και τα τύλιγε γύρω της… τα έστηνε στο κεφάλι της … σήκωνε τις φτέρνες της ψηλά, σα να ακροβατούσε σε τακουνάκια… και ονειρευόταν πριγκιπικά…

Τάχα μου να ψάχνει την παλάντζα για το μέτρημα των υλικών… πρόλαβε η μικρή Σταθούλα να σκηνοθετήσει την είσοδο της στο παλάτι του πρίγκιπα των ονείρων της…

Όταν πια ανέβηκε στην αυλή… τα «κορίτσια», οι μεσήλικες φίλες της γιαγιάς είχαν αρχίσει να ξεκουκουτσιάζουν τα φρούτα….

Αδημονούσε όμως… ήθελε γλυκό γρήγορα… δεν θα καθόταν να ακούσει τις γαργαλιστικές λεπτομέρειες από το κουτσομπολιό της γειτονιάς… μόνο που πήρε το αυτί της κάτι… για την κυρά-Παναγιώτα… την στρίγγλα… το ξωτικό της…

Έτσι έμαθε για αυτήν ότι είχε έρθει από πολύ μακριά, από τη Μακεδονία.. Την είχε αγαπήσει ο γιος του τρανού του Καραγιάννη, σε ένα ταξίδι για εμπορικές του υποθέσεις… Ορφανή προσφυγοπούλα ήταν… η μόνη περιουσία της τα μαύρα κατσαρά μαλλιά της… κάποιος ρεμπέτης την είχε τραγουδήσει κιόλας… ύμνησε τα κάλλη της με περίπλοκα ταξίμια στο ούτι του… Την έφερε στην πόλη αυτή του νότου… τότε στην ύστερη ακμή της «μαυρομάτας» της σταφίδας.. Μόνο που δεν ήξερε … ότι είχε- στο μεσοδιάστημα της απουσίας του- έρθει απρόσκλητος ο περονόσπορος στη σοδειά… και έτσι είχε φαλιρίσει η ακμάζουσα επιχείρηση τους… Μόνη λύση ο γάμος… με τη κόρη του τοκογλύφου του Λαλαίου… Έτσι η Μαλάμω από τα ορεινά … έγινε η Καραγιαννιά… που τώρα με τη γιαγιά Σταθούλα ξεκούκιζαν τα βύσσινα… Η Παναγιώτα ξέμεινε σε μια αυλή… η πρώην αρραβωνιαστικιά… και γερνούσε γρήγορα… πολύ… Ο χρόνος δε σεβόταν τίποτα… Σαν κείνη την αρχαία τη Μέδουσα.. έμοιαζε πια!!! Μόνο που δεν μπορούσε να κάνει κακό σε κανέναν… και δε χρειαζόταν να φανεί από τα βράχια, παραδίπλα του τοπικού λιμανιού… κάποιος Περσέας να σώσει τον τόπο…

Η μικρή Σταθούλα…. Ντράπηκε πολύ… Έλεγε την Παναγιώτα «στρίγγλα»;;; Δεν έπρεπε… Κάτι έπρεπε να κάνει… Να ζητήσει συγνώμη… Έτρεξε στο θείο της…

-Μπάρμπα… βιάζομαι…. Μια κούτα σέρτικα… θα πω στο μπαμπά να τα πληρώσει…. Τώρα!!!! μπάρμπα…

-Και τι θα τα κάνεις παλιόπαιδο;;; Μη σε πλακώσω στις φάπες!!!

-Όχι μπάρμπα… Μη… Να τα χαρίσω στην κυρά- Παναγιώτα θέλω .. την στρίγγλα… θέλω να της ζητήσω συγνώμη… Σήμερα κατάλαβα ότι «στρίγγλα» είναι κακιά λέξη… πρέπει να της ζητήσω συγνώμη… δεν θα με κοινωνήσει ο παπά- Τριαντάφυλλος… και ξέρεις πόσο μ’ αρέσει το ψωμί στο γλυκόκρασο!!!

-Είσαι ιερόσυλη, παλιό- Σταθούλα. Τίποτα δε σέβεσαι πια… Ούτε τη θεία κοινωνία;;; Αχ !!! τι θα κάνουμε με σένα;;; Αλλά μια συγνώμη είναι ευλογία… πάρε την κούτα… άντε… ΤΣΑΚΙΣΟΥ τώρα…

Καμαρωτή η Σταθούλα… με μια κούτα σέρτικα Ξάνθης… τα καλύτερα… κατέβαινε το δρόμο… Στάθηκε στην αυλή της γιαγιάς της… Το γλυκό έβραζε πια… σχεδόν είχε δέσει… Πρόλαβε να γευτεί το ηδονικό ξάφρι… και βγήκε και το δεμάτι με τα κλαδιά της αρμπαρόριζας!!!

-Γιαγιούλα… Σήμερα.. «μεγάλωσα»… Κατάλαβα κάτι, και πρέπει να συγχωρεθώ…

-Μικρή μου… τι λες τώρα;;; Είσαι παιδί … αθώο πλάσμα… ευλογημένο από τον Κύριο…

-Γιαγιούλα… συγχώρεσε με… για το γάλα που χύνω κρυφά στο νεροχύτη… για την αυθάδη συμπεριφορά μου.. για τα ψέματα που λέω….

-Σταθούλα!!! …Τα ξέραμε όλα… πράγματι σήμερα «μεγάλωσες»… Είναι το βύσσινο- γλυκό…η κάθαρση… Χαίρομαι για σένα… Περίμενε λίγο… Η Καραγιαννιά θέλει να πας εσύ το βαζάκι- δώρο στην Παναγιώτα- σε συγχώρεση για τα νιάτα και τον έρωτα που –άθελα της- της στέρησε… Και μην ξεχάσεις … στης Μαργαρώς τον τάφο… το μεγαλύτερο μπουκάλι….

-Γιαγιά!!! Ναι!!! Αλλά όταν μεγαλώσω… θα έχω και γω βυσσινόκηπο…. Σε κείνο το κομμάτι γης, που πέρσι αγόρασε ο μπαμπάς….παραδίπλα από το τσιφλίκι του γερό- παππού… του πατέρα σας γιαγιά…

(Ο βυσσινόκηπος της μικρής- Σταθούλας… έγινε… και γιγάντωνε… Μέχρι κείνο το καλοκαίρι… που ξαφνικά τα δέντρα άρχισαν να σαπίζουν και να πέφτουν… Στο χαλασμό δεν είχε ξεμείνει κανένα δέντρο, να το παραλάβουν οι καταχραστές… Οι βυσσινιές «πρόλαβαν» να φύγουν λίγο πριν…)

*το «Αμ» είναι αφιέρωμα στην Ελένη- την «αδερφή» μου… Ξέρει αυτή!!!




Σάββατο, 11 Αυγούστου 2007

ΒΥΣΣΙΝΟ ΓΛΥΚΟ (Ι)



-Κυριακούλα… ωρέ… τα βύσσινα γίνανε… Να!!! Άρχισαν τα σπουργίτια να τα τρώνε… κι αφήνουν μόνο τα κουκούτσια…

Ναι έτσι κρέμονταν πια… σκουλαρίκια αδειανά… στα πράσινα κλαριά…

-Και τι να γενεί ωρέ Σταθούλα!!! Θα μαραθούν φέτος… να ταϊστούν και τα πουλιά… δε γίνεται αλλιώς…. Ούτε μήνας δεν πέρασε… που χάσαμε την κυρά- Μαργαρώ, την πεθερά μου… Τσουκάλι για γλυκό δε θα μπει στη μασίνα…

Η κυρά-Μαργαρώ… παιδούλα ήταν.. όταν είχε φυτέψει τις βυσσινιές… Ήταν που εκείνος ο ξάδερφος… ο ταξιδεμένος, που είχε δει πολλά… και σε ένα Θέατρο… στην πόλη του Αγίου Πέτρου… είχε δει μια παράσταση… για έναν «Βυσσινόκηπο»… της το εξήγησε αλλιώς…. η πτώση… η αλλαγή… Όμως της ξέμεινε μόνο το όνομα, …δεν την ένοιαζαν τα άλλα… μακριά από τον τόπο της τα τεκτενόμενα… θα έκανε τον κήπο της… με βυσσινιές….

Και τον έφτιαξε… καμάρι στη γειτονιά τα βυσσινόδεντρα της Μαργαρώς… Ακόμα και στο μοναδικό παιδί, που βγήκε από τα σπλάχνα της… ανήμερα του Σωτήρα… μετά που προσκύνησε την εικόνα Του στην γειτονική παραλία… του έβαφε τα ρούχα με χρώμα από τους καρπούς… και του ‘μεινε του παλικαριού-του Σωτήρη- το παρανόμι: του βύσσινου το σουρωτήρι… Αλλά ο Σωτήρης… «του βύσσινου το σουρωτήρι»… άπαξ ετησίως λάμβανε χυμούς… όχι μόνο από τα υπολείμματα της φουρκέτας στην λεκάνη από εμαγιέ … αλλά και από τα κρυμμένα κάτω τις φούστες… κεντημένα εσώρουχα… των κοπελούδων της γειτονιάς, που έβγαζαν αυτές τις φουρκέτες από τα ατίθασα μαλλιά τους, εργαλείο ταπεινό, να εκβάλουν τα κουκούτσια.. στην προετοιμασία…

-Αμ… Κυριακούλα μου… με σεβασμό στη μνήμη της…να μάσω τα βυσσινάκια… μην πάνε και χαμένα… και … στην «παρηγοριά» να σου δώσω το μερίδιο σου… Να μαζωχτούμε με τη Μήτσαινα, την Καραγιαννιά, την Τάσαινα….

-Και να κάνετε το γλυκό;;; Εσείς;;; που την περιγελούσατε;;;

-Τι λες ωρέ Κυριακούλα;;;

-Για τότε καλέ… που έλεγε: « Παντρεύω το Σωτήρη μου με όποια δεχτεί να μπει αρχόντισσα στο βυσσινόκηπο μου»…

-Και τι θα κερδίζαμε καλέ… με τα βύσσινα… χαχαχα!!!! Αμ καλά το λέγαμε τότε… Μόνο «λοξή» θα γενόταν νύφη της Μαργαρώς…

-Σταθούλα!!! Φύγε τώρα… μακριά από τις βυσσινιές… Το κατάλαβες;;; Με είπες «λοξή»!!!

-Όχι ωρέ Κυριακούλα!!! Εσύ δεν πιάνεσαι!!! Ήρθες πεινασμένη στον τόπο… και εκτίμησες τα βύσσινα σαν τροφή…

-Ναι!!!... Έτσι ήταν… ΑΛΛΑ βυσσινιές είχε και ο πατέρας- αφέντης μου στον κάμπο… και ήξερα να τα γευτώ… να τα απολαύσω…

-Και σε έπιασε η Μαργαρώ να τα κλέβεις!!!!

-Της εξήγησα όμως… και ήταν η «αρχόντισσα»… και «ήξερε»… καταλάβαινε!!!… ένιωσε την κατάρα της γέννησης μου …ανάμεσα σε βιασμούς στο υπόγειο με τα μαγειρεία… αυτή που έσωσε τόσες κοπελούδες…

….

….

-Κυριακούλα… ανακωχή!!! Τώρα… Αμέσως… Πριν με πάρουν τα ζουμιά…

-Ρε Σταθούλα!!! Μη με δεις να κλαίω… Μόνο στην κηδεία της Μαργαρώς έκλαψα… Στείλε το ταχύτερο …την εγγόνα σου…. ΤΩΡΑ!!

-Γιατί;

-Είναι καλό παιδί… Θα εκτιμήσει τα βύσσινα… όπως εμείς … που της παραδίδουμε τη σκυτάλη..

Η μικρή Σταθούλα… φτάνει πριν τη δύση στον κήπο με τι βυσσινιές…

-Κυρά- Κούλα!!! Με έστειλε η γιαγιά. Τι θα θέλατε;;; Αύριο θα ζυμώσουμε.. και δεν είχε η μαμά να σας στείλει πεσκέσι…

-Σταθούλα!!! Πότε θα το μάθεις;;; Δε με λένε κυρά- Κούλα… Κυριακούλα… με λένε σα μικρή Κυριακή…

-Κυρά- Κούλα!!! Μια Κυριακή δεν είναι ποτέ μικρή… Και θέλουμε τα βύσσινα… ΤΩΡΑ!!! Έχουν μαζωχτεί όλες οι κυράδες…. ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΟ ΓΛΥΚΟ!!! Και γρήγορα!!!! Παρακαλώ!!! Έχω να πάω και από την ….στρίγγλα ….την κυρά- Παναγιώτα- καλέ!!!, να κόψω και την αρμπαρόριζα…

-Σταθούλα! Να το καλάθι… Έτοιμο το ‘χα… Σε περίμενα…Καλή επιτυχία να έχουν οι κυράδες στο γλυκό… Και σε παρακαλώ… στον τάφο της Μαργαρώς… ξέρεις…, εσύ ωρέ παλιοκόριτσο!!!, που στέκει…

Να της πας, αντί για λάδι, ένα μπουκαλάκι βυσσινάδα….

-Κυρά- Κυριακούλα!!! Τόπα σωστά τώρα!!! Έτσι ε!!! (-βάλε μου και ένα λουκουμάκι, από τα κόκκινα, με ροδοζάχαρη… στην τσέπη…)… πειράζει να είναι αραιωμένο το σιρόπι σε νερό;;;

;;;;

….

Φύγε!!!! Τώρα!!!! Πριν μετανιώσω… ΤΣΑΚΙΣΟΥ!!!!!