Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2008

Σύκο μαρμελάδα!


Ο Διονύσιος συνέχιζε- ακόμα και τότε, οικογενειάρχης όντας πλέον με 8 ανήλικα τέκνα- την παράδοση, που του μεταβιβάστηκε. Κάθε χρόνο, στις 23 του Αυγούστου, έλυνε από τον αυτοσχέδιο κάβο… κει πέρα στις βραχοσπηλιές… το μικρό καϊκάκι – κληροδότημα οικογενειακό- και πρόσμενε τον ούριο άνεμο να πλεύσει μέχρι το απέναντι νησί. Ξεκινούσε το πρωί… να ‘ναι σίγουρος ότι θα έχει έγκαιρα φτάσει για τον εσπερινό στην μεγάλη εκκλησιά του Αγ. Διονύσιου (Σιγούρος-κατά το κοσμικό του επίθετο) της Ζακύνθου. Σε λινή πετσέτα δίπλωσε το κολατσιό του- ψωμί ζυμωτό και σύκα, που ‘χαν πια ωριμάσει , φρεσκοκομμένα από το δέντρο που σκίαζε το δυτικό παράθυρο της εξοχικής έπαυλης του μεγαλοτσιφλικά πατέρα του. Σε βαμβακερό πανί είχε τυλιγμένες τις παντόφλες, που με περίσσειο σεβασμό είχαν υφάνει οι γυναίκες της οικογένειας – δώρο στον «άγιο», που κάθε βράδυ θέλει να «βολτάρει»… και τις λιώνει στις αέναες διαδρομές του προς πιστούς και άπιστους… Τη νύχτα αγρύπνησε στην εκκλησιά, μέχρι να ακούσει τον μπιστικό του σιόρ- Μανόλο να διαλαλεί ότι ο πάγκος του αφέντη του είχε στηθεί γιομάτος μπουκαλάκια – καμωμένα από βενετσιάνικο γυαλί- με κολόνια μπουγαρίνι, τον σιόρ Νιόνο να προωθεί το φρέσκο μαντολάτο του και τους χωρικούς κραυγάζοντας για το γλυκό- πλακουτσωτό ντόπιο κρεμμύδι… και πιο κει σε ντενεκέδες με λάδι «πνιγόταν» το ντόπιο τυρί…

Ο Διονύσιος περίμενε μέχρι την περιφορά της σεπτής εικόνας και της κάρας του Αγίου… Μετά, αφού μέτρησε τα ασημένια νομίσματα που έκρυβε στις πτυχές της μπαμπακιένιας βράκας του, αγόρασε τα πεσκέσια για τους δικούς του. Της μάνας του και της γυναίκας του… κολόνια… σίγουρα… Μαντολάτα για τα παιδιά του και τα ανίψια του… Κρεμμύδια και λαδοτύρι θα τον συνόδευαν στο ταξίδι της επιστροφής… Το περίσσευμα θα συμπλήρωνε τα γεύματα της επόμενης βδομάδας… και ειδικά το γλυκό- κρέμμυδο θα συνόδευε τις ξιδάτες- αλάδωτες ελιές στις 29 του μήνα… στη μνήμη του Αγ- Γιαννιού του Νηστευτή. Μόνο που φέτος, μια μαυρομαλλούσα πιτσιρίκα με παιχνιδιάρικα πράσινα μάτια, - η Αντζολίνα- τον έπεισε να αγοράσει και φριτούρα… γλυκό τηγανιτό… που του θύμισε αμυδρά τον σιμιγδαλένιο χαλβά της μάνας του …

Φορτωμένος καλούδια, μπήκε στο καΐκι του. «Μέτρησε» τον καιρό… Ναι!!! Θα προλάβαινε να φτάσει στο «κορακο-λίμανο», χωρίς να χρειαστεί να διανυκτερεύσει στο μοναστήρι των Στροφάδων, αυτό που «έστησε» η «μεγάλη Αικατερίνη»- κατά τα βυζαντινά πρότυπα…

Τυχερός ήταν που δεν χρειάστηκε να τραβήξει κουπί. Ο αέρας έπεσε την στιγμή που έμπαινε στο κολπίσκο και τα νερά βάφονταν πορτοκαλιά… Στην άκρια στα μαρόκια… που εκ δεξιών οριοθετούσαν τον κολπίσκο, παιδικό χεράκι κουνούσε μαντήλι λευκό… σε καλωσόρισμα του. Ήταν η Σταθούλα… το στερνοπούλι του, φορώντας το λινό της φανελάκι, με ασπροκέντι εκεί που θα άνθιζε το μπούστο της και φουφούλα με τελειώματα από την ακριβή δαντέλα του Βελγίου, που έφερε πρόσφατα ο πλανόδιος πραματευτής… Στο άλλο της χέρι κρατούσε παδελάκι πήλινο… και φώναζε:

-Μπαμπούλη… φτιάξαμε μαρμελάδα, αυτή που σ’ αρέσει… Μάσσαμε τα σύκα από το δέντρο της αυλής… Πολλά- πολλά είσαντε…Τα ζύγιασε η μάνα στην παλάντζα, είχαμε και ζάχαρη… Να… έλα να φας!!!!
..........

Από κείνο το ίδιο το δέντρο η Σταθούλα δις ετησίως μάζευε σύκα… Την άνοιξη, τα άγουρα, για το γλυκό του κουταλιού… Τον Αύγουστο, τα ώριμα, για την μαρμελάδα…
.............

Το δυτικό παράθυρο της έπαυλης του τσιφλικά προ- προπάππου μου, στόλιζε πετρόχτιστο κρεβάτι με αχυρένιο στρώμα όπου η σκιά των συκόφυλλων έστελνε νεράιδες και ξωτικά στον ύπνο μου, όταν δεκαετής παιδίσκη φιλοξενήθηκα για ένα καλοκαίρι. Τότε μαθήτευσα στην γευστική ηδονή της πρωινής συκοφαγίας…

Ήμουν περίπου 15 χρονών όταν ο μπαμπάς μου αγόρασε-από τους κληρονόμους- ένα κομμάτι γης από το τσιφλίκι του προπάππου της γυναίκας του, 50 μ. από την «τιμημένη» συκιά… Πήρε τότε η γιαγιά μου ένα βλαστάρι από το δέντρο- που στοίχειωνε τα παιδικά της χρόνια- και το φύτεψε στο μεσαίο «πατάρι»… Γιγάντωσε το δέντρο… Είχαμε σύκα για γλυκά … για μαρμελάδες… για εναλλακτικές ταλιατέλες… για χοιρινό με σύκα αλά achillistron…

Το τελευταίο σύκο το έφαγα τον Αύγουστο του 2005….

Μετά… το τέλος… ο θάνατος…

αφιερωμένο στην Κική


η συνταγή με μυστικό!!!!
εδώ

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2008

Μύδια τηγανιτά…

Όταν ο Δημητρός έφτασε στο Παλληκαροχώριον, μεταφέροντας το «αγώγι» -τρεις ώρες δρόμος με το τιμημένο κάρο του, που το έσερναν ο Κανέλλος και ο Μαυρής, οι έμπιστοι σύντροφοι του, - δεν μπορούσε να φανταστεί ότι από την άκρη του καφασωτού παραθύρου τον παρακολουθούσε η Ευμορφία, η μεγάλη κόρη του μέγιστου προύχοντα, που μόλις είχαν αποφασίσει να την εγκλωβίσουν στο σπίτι, αφού ο δημοδιδάσκαλος στο Σχολαρχείο τους προειδοποίησε να μην συνεχίσει τον αγώνα στο πεδίον της μάθησης, αφού- θήλυ ούσα- πιθανολογούσε επερχόμενη τρέλα.
Ο γέρο-Παναγής παρέλαβε τα τσουβάλια από το κάρο, τα ζύγιασε στην πλάστιγγα και διαπίστωσε πως- για πρώτη φορά- δεν έλειψε δράμι από το φορτίο της ζάχαρης- από τα λίγα προϊόντα που δεν παρήγε το πλούσιο χωρίον του, όπου επί σειρά ετών ήταν –επί τιμή-πρόεδρος . Τίμιος αγωγιάτης ο Δημητρός σκέφτηκε ο Παναγής…. πονηρά δε τρέχοντας το μυαλό του, τον κάλεσε στην μεγάλη αίθουσα του παντοπωλείου του- που κάλυπτε τις ανάγκες πέντε παρακείμενων χωριών- σε τραπεζάκι, που ‘χε στήσει δίπλα στο βαρέλι με τις αλίπαστες σαρδέλες, να τον κεράσει ένα τσιπουράκι- από το άριστο που έβγαζαν τα στέμφυλα της κορινθιακής σταφίδας- αυτά που περίσσευαν από την εξαγώγιμη. Είχε όμως προλάβει να ενημερώσει - μέσω του μικρού του γιού , του Αντρίκου- το στερνοπούλι του- την Βγενούλα – την μέγιστη προξενήτρα. Με νεύματα έγινε η συνεννόηση … και μόλις η Βγενούλα ανέβηκε στο χαγιάτι με το καφασωτό, ήξερε ότι έπρεπε να πείσει την Ευμορφία να συμμορφωθεί με την απόφαση του πατέρα της να παντρευτεί τον Δημητρό- τον τίμιο αγωγιάτη- και ας ζήλευαν οι αδερφές της Δήμητρα και Ρουμπίνα.
Δεν χρειάστηκαν τα φαντασιακά επιχειρήματα της προξενήτρας… Η Ευμορφία είχε ήδη αποφασίσει… αφού της στέρησαν τα «γράμματα», που ποθούσε… ας παντρευόταν το παλληκάρι, που καμαρωτά προσέγγισε το χωριό της… Να έκανε πολλά παιδιά, να τους μεταλαμπαδεύσει τον πόθο της μάθησης, οι καιροί… σίγουρα… θα άλλαζαν!!!
Έθεσε η Ευμορφία μόνον έναν όρο…. Τα καλοκαίρια να είναι δίπλα σε θάλασσα… Όπως είχε μάθει, στις παρυφές του τσιφλικιού, στην Μπούκα ελάσσονος ρυακιού, εκεί που παραθέριζαν στο πετρόχτιστο, που το σκίαζε η βασιλοσυκιά- και ας έφερναν τα όνειρα νεράιδες…
Ο Δημητρός είχε έτοιμη την εναλλακτική του πρόταση. Οι οπωρώνες του ήταν στην άκρια μιας λίμνης, και –αν ήθελε η Ευμορφία- οδοιπορώντας την παρόχθια διαδρομή, θα βρισκόταν σε απέραντη αμμουδιά….

Έτσι η Ευμορφία, που ήξερε μόνον τις πεταλίδες στα βράχια και τους «σωλήνες», έμαθε τα μύδια της αμμουδιάς… στις αποχρώσεις του φαιού…
Τότε … εκεί που «έσκαγε» το κύμα, έβαζαν τα «τρυγοκόφινα» και όταν το επόμενο κύμα παράσερνε την άμμο … έμεναν τα «μύδια» ξεπλυμένα…
Στην δεκαετία του ’70 τα «μύδια» άρχισαν να εκλείπουν…. και άρχισε να χρησιμοποιεί το αλουμινένιο σουρωτήρι….

Στο μεταίχμιο… η Ευμορφία κλήθηκε να προσέχει τα εγγόνια … τέκνα της στερνοπούλας της. Τα μπάνια πια γίνονταν στην άκρια του αμμόλοφου που κούρνιαζαν οι αλκυόνες, παραδίπλα η «Αύρα» του κυρ- Αντώνη,- που στο juke-box ακούγαμε την «Συννεφούλα» και το “Let it be”, με την Λάικα- ημίαιμη σκυλίτσα, γεννημένη την ίδια μέρα με μένα, να μου γλύφει τα πόδια.

Μπορώ πια να αναφέρομαι στην γιαγιά μου… Φορούσε το μεταξωτό της μαύρο κομπινεζόν και μια παραμάνα να το μετατρέπει σε «μπανιερό». Με την ίδια εμμονή που έπλεκε δαντέλες με το βελονάκι, συνέλεγε ένα προς ένα τα φαιά «μύδια». Τα πλείστα, το τρώγαμε ωμά… Τα ανοίγαμε με την υποψία νυχιών στα παιδικά μας δάχτυλα, τα ξεπλέναμε με νερό θαλασσινό και τα γευόμασταν… ηδονικά!!!!
Όσα περίσσευαν… η γιαγιά Ευμορφία τα απόθετε τρυφερά σε πορσελάνινη σαλατιέρα, σκεπασμένα με νερό θαλασσινό…
Μέχρι να κάψει το λαδάκι στο τηγάνι…

ΥΓ. Όταν ο μπαμπάς μου αποφάσισε να «επιστρέψουμε» στα πατρογονικά βράχια της γιαγιάς Ευμορφίας, προσπαθήσαμε να « μεταφυτέψουμε» τα φαιά μύδια της Αλκυόνας…
Δεν τα καταφέραμε…

Εκεί υπάρχουν άλλα….

Δυστυχώς….
Παρελθόν για μένα…

Το μέλλον, σ’ αυτούς …
που τσιμεντάρουν τις διαδρομές στο «αρχαίο λατομείο»!!!
που αλλάζουν την διαδρομή στο ρυάκι!!!
που χτίζουν στον αιγιαλό!!!
που θεμελιώνουν πάνω στον αρχαίο ναό!!!
που αποχαρακτηρίζουν τις δασικές εκτάσεις!!!

(οι πλείονες δε των παρανομούντων….
«συγγενείς» εξ αίματος…
μακριά από μέναααααααα…..)

η συνταγή
στο μαγειρείον της Nosy
εδώ